Ο Όλυμπος και ο Κίσσαβος τα δυο βουνά μαλώνουν…. Και επειδή έχουμε ανέβει στον Όλυμπο, αποφασίσαμε να επισκεφτούμε τον άλλο καβγατζή , τον Κίσσαβο. Ξεκινήσαμε λοιπόν από Θεσσαλονίκη πηγαίνοντας νότια . Προορισμός μας αρχικά το χωριό Σπηλιά, στα 850 μέτρα υψόμετρο στην δυτική πλευρά του βουνού και από εκεί στο καταφύγιο του ΕΟΣ Λάρισας.
Ο Κίσσαβος έχει υψόμετρο 1978 m ( κορυφή Πρ.Ηλίας) είναι δε γνωστός και με το όνομα Όσσα. Βρίσκεται στα βορειοανατολικά του νομού Λάρισας και νότια του Ολύμπου . Τα δυο βουνά χωρίζονται από την κοιλάδα των Τεμπών. Ο μεγάλος όγκος του και η κωνική σαν πυραμίδα κορυφή του, τον κάνουν αναγνωρίσιμο από πολύ μακριά. Δυτικά βλέπει τον κάμπο της Λάρισας, νότια τον κάμπο της Αγιάς και ανατολικά οι πλαγιές του σβήνουν στη θάλασσα του Αιγαίου. Η άγονη και βραχώδης βορειοδυτική πλευρά είναι σε πλήρη αντίθεση με τη νότια και την ανατολική πλευρά του, που είναι γεμάτη με άφθονα δροσερά νερά και πυκνά δάση.
Αφήνουμε τον αυτοκινητόδρομο στην έξοδο για Συκούριο . Περνάμε τη μικρή κωμόπολη και αρχίζουμε την ανηφόρα. Από μακριά αρχίζει και φαίνεται η χαρακτηριστική πυραμίδα της κορυφής του βουνού που έρχεται όλο και πιο κοντά , καθώς ανεβαίνουμε το φιδωτό δρόμο . Μετά από 12χλμ. φτάνουμε στη Σπηλιά , ένα κλασικό όμορφο ελληνικό χωριό χαμένο μέσα στην καταπράσινη φύση, που πήρε το όνομα του από τις σπηλιές που βρίσκονται στη βόρεια πλευρά του.
Καταφύγιο Κισσάβου (1604 m)– Κτήριο ΟΤΕ (1810 m)
Διασχίζουμε το χωριό και συνεχίζουμε να ακολουθούμε τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο που μας ανεβάζει, γλυκά γλυκά, σε μεγαλύτερο υψόμετρο. Ο προορισμός μας τώρα είναι το καταφύγιο του ΕΟΣ Λάρισας στη θέση «Κάναλος» στα 1.604 μ. υψόμετρο . Το δάσος μας συντροφεύει για ελάχιστα χιλιόμετρα ακόμα . Η βλάστηση καθώς ανεβαίνουμε ψηλότερα αρχίζει και χαμηλώνει και γίνεται πιο αραιή. Σε 11 περίπου km, στις παρυφές του δάσους, μετά από μια στροφή, φαίνεται το καταφύγιο και σε λίγα μέτρα είμαστε στην πόρτα του. Εκεί τελειώνει και ο δρόμος. Το καταφύγιο είναι κτισμένο σε ένα φυσικό πλάτωμα. Όμορφο μέρος , περιφραγμένο και ταχτοποιημένο , με υπέροχη θεα στον Όλυμπο , τα παράλια του νομού Λάρισας και φυσικά την κορυφή του βουνού . Τώρα πρέπει να στήσουμε την κατασκήνωση μας και να ξεκινήσουμε την πορεία για το στόχο μας, που είναι η κορυφή .
Ο καιρός όμως είναι συννεφιασμένος και οι πρώτες αραιές ψιχάλες αρχίζουν να πέφτουν. Έπρεπε να βιαστούμε. Δεν προλάβαμε ούτε να ξεφορτώσουμε όταν άρχισε να βρέχει και έτσι αναγκαστήκαμε να περιμένουμε στη βεράντα του καταφυγίου. Ευτυχώς η βροχούλα κράτησε λίγο , αλλά επιβάρυνε το πρόγραμμα μας με σημαντική καθυστέρηση. Έτσι αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε πρώτα την πορεία μας και να ταχτοποιηθούμε μετά. Ξεκινάμε λοιπόν με ανατολική κατεύθυνση προς τον μικρό πέτρινο πύργο αριστερά μας όπου σταματάμε για τις απαραίτητες φωτογραφίες και συνεχίζουμε την ανάβαση με νότια κατεύθυνση, ανάμεσα σε πουρνάρια και χαμηλή βλάστηση .
O προσανατολισμός μας εύκολος, αφού για σημάδι έχουμε το εγκαταλειμμένο κτίριο του ΟΤΕ στο τέρμα της πλαγιάς. Ο καιρός συνεχίζει να είναι βαρύς και ξανά οι ψιχάλες κάνουν την εμφάνιση τους, δυσκολεύοντας την πορεία μας. Έχουμε ποια φτάσει στη μέση της διαδρομής και η βροχούλα είναι τόση, όση για να σου χαλάσει την ψυχολογία. Έτσι οι 4 από τους 7 της ομάδας αποφασίσαμε να γυρίσουμε πίσω και να δοκιμάσουμε την τύχη μας την επόμενη ημέρα . Ο Στράτος με τον Θοδωρή όμως , πατέρας και γιος , αποφάσισαν να συνεχίσουν την ανάβαση προς τη μικρή ράχη και το κτήριο του ΟΤΕ και από εκεί περπατώντας στην κορυφογραμμή, προς την κορυφή. Έτσι η ομάδα χωρίστηκε στα δυο. Εμείς, η ομάδα της επιστροφής, πήραμε το δρόμο πίσω για το καταφύγιο, περπατώντας στην άκρη μιας μικρής πλαγιάς , που σχημάτιζε η κοίτη ενός μικρού χειμάρρου . Όλη η άδοξη βόλτα μας κράτησε 2 ώρες και όταν φτάσαμε στο καταφύγιο μόλις είχε αρχίσει να ανοίγει ο καιρός . Ταχτοποιήσαμε τα πράγματα και αρχίσαμε τις προετοιμασίες για το γεύμα, περιμένοντας την ομάδα της κορυφής . Πράγματι, μετά από δυο ώρες, επέστρεψαν με τη χαρά της επιτυχίας ζωγραφισμένη στα πρόσωπα τους.
Ο καιρός είχε πλέον στρώσει και η υπόλοιπη ημέρα κύλησε με τις ετοιμασίες της κατασκήνωσης ,την εξιστόρηση της περιπέτειας, το δείπνο και την ρομαντζάδα όταν είχε πια νυχτώσει , γιατί από το καταφύγιο, τα φωτισμένα χωριά στα παράλια της Λάρισας σε συνδυασμό με την ξαστεριά πρόσφεραν ένα καταπληκτικό θέαμα.


